απότροφος


απότροφος
ἀπότροφος, -ον (AM)
1. αυτός που έχει ανατραφεί μακριά από την πατρική εστία
2. ο αποξενωμένος από κάτι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπότροφος — reared away from home masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπότροφον — ἀπότροφος reared away from home masc/fem acc sg ἀπότροφος reared away from home neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποτροφώτερα — ἀπότροφος reared away from home neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποτρόφοις — ἀπότροφος reared away from home masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποτρόφους — ἀπότροφος reared away from home masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπότροφα — ἀπότροφος reared away from home neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπότροφοι — ἀπότροφος reared away from home masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.